Ο «ΣΩΤΗΡΑΣ»

Αρχές φθινοπώρου του ’49 τέλειωσε(;) ο εμφύλιος, στις 18 Οκτώβρη γεννήθηκε και ο Θανάσης, δόθηκε άδεια για επαναπατρισμό στους «καταδιωκόμενους» και όλοι έκαναν σχέδια για επιστροφή στα χωριά τους.

            Η οικογένειά μου θα «επαναπατριζόταν» την Άνοιξη του ’50, αφού έπρεπε τα κοπάδια να ξεχειμωνιάσουν στα χειμαδιά έξω από τον Τύρναβο προς το Δαμάσι.

            Σε μας τα παιδιά έλεγαν συνέχεια ιστορίες απ’ το χωριό, μας περιέγραφαν τα σπίτια μας και τις τοποθεσίες του χωριού και τις περιοχές και δε βλέπαμε την ώρα να βρεθούμε στον τόπο μας. Έτσι, μόλις «πήρε ο Μάρτης… 12» έγινε οικογενειακό συμβούλιο και αποφάσισαν οι τρανοί να ανέβουν πρώτα οι οικογένειες στο χωριό, να τακτοποιήσουν τα εγκαταλελειμμένα σπίτια και ν’ ακολουθήσουν αργότερα τα κοπάδια. 

            Ο πατέρας μου αποφάσισε να κάνει δύο δρομολόγια, μιας και με τις δύο φοράδες λιγοστά πράγματα από το νοικοκυριό μπορούσε να μεταφέρει και κατόπιν, τέλος Απριλίου, ν’ ακολουθήσουν και τα κοπάδια. Στο πρώτο δρομολόγιο είπε:

– Επειδή είστε τρία παιδιά και πρέπει να είστε καβάλα στη διαδρομή, στο πρώτο δρομολόγιο θα πάρω το Γιώργο και στο δεύτερο τ’ άλλα δύο, την Έλλη και το Θανάση.

            Το πρόβλημα ήταν πού θα μείνω στο χωριό. Λύθηκε γρήγορα. Πρόσφατα είχε αρραβωνιαστεί ο θείος Βαγγέλης με τη θεία Ρήνα, η οποία ήταν στο χωριό με τους γονείς της, τον μπάρμπα- Γιώργο και τη θεία- Μαρία και ήδη για μένα η θεία, αν και δεν τη γνώριζα σχεδόν καθόλου, ήταν μέλος της οικογένειας.

            Η μάνα μου είχε κάποιους δισταγμούς, επειδή ήμουν μικρός ακόμη και θα ‘πρεπε να μείνω μόνος στο χωριό για λίγο, αλλά τελικά όλα ξεπεράστηκαν, δεν γινόταν άλλωστε κι αλλιώς.

            Έτσι, βρεθήκαμε 24 Μάρτη 1950 στα Γρεβενά και την επομένη το πρωί ήμουν καμαρωτός καβάλα στη Μαρίκα, μια από τις δυο φοράδες, η άλλη ήταν η Μαντάμου.

            Μαζί μας ήταν και ο Γιαννακούλης ο Κεχαγιάς, αδερφός της θείας Ρήνας και συμπέθερος, μ’ ένα θεόρατο μουλάρι, διπλάσιο σε ύψος απ’ τις φοράδες, τη Μπάρτσα, από την Αμερικανική βοήθεια στην Ελλάδα. Επειδή, εάν θυμάμαι καλά, πρόσφατα είχε απολυθεί από φαντάρος, του παραχωρήθηκε το μουλάρι αυτό.

            Η μέρα ήταν ωραία με ήλιο, ο τόπος είχε πρασινίσει, τα δέντρα ανθισμένα, ειδικά έξω από τα Γρεβενά μέχρι τους Μαυραναίους, κι εγώ όλο χαρά δεν χόρταινα να βλέπω.

            Μόλις φτάσαμε στο Νταμπούρι, ο πατέρας μου έβγαλε ένα αναστεναγμό:

– Ωχ παιδί μ’, είπε, ήθελα να σε δείξω το χωριό, αλλά δε φαίνεται τίποτα! Μου φαίνεται θα βρούμε πολύ χιόν’ σι’ απάν’, Γιαννακούλ’, είπε στο Γιαννακούλη, πρέπει να βιαστούμε να προλάβουμε να μη μας πιάσει η νύχτα. Έχουμε και το παιδί, καλύτερα να μην το ‘παιρνα, είναι αγλήγορα ακόμα, ο χειμώνας είναι πίσω…, κι άρχισε φωνάζει τις φοράδες να βιαστούν, ενώ σιγά σιγά άρχισαν να ‘ρχονται και οι πρώτες νιφάδες του χιονιού κι ένας παγωμένος αέρας, κατευθείαν από τη Βασιλίτσα.

            Κατηφορίσαμε, περάσαμε το Γεφύρι του Ζιάκα, φτάσαμε στα Σμιξώματα (το δικό μας ποτάμι με το ποτάμι της Σμίξης), δεν είχαν πολύ νερό και πήραμε τη δική μας ποταμιά για το χωριό.

            Το χιόνι εντωμεταξύ είχε φτάσει 10 -15 πόντους και το κρύο, όσο ανεβαίναμε, τσουχτερότερο. Κρύωνα πολύ, αλλά σφιγγόμουνα στο σαμάρι κα δε μιλούσα, μόνο ρωτούσα συνέχεια:

– Πατέρα πότε φθάνουμε;

– Σε λίγο παιδί μ’ κάνε υπομονή. Σμας καλά με τη βελεντζούλα να μη κρυώσεις.     Κοντεύαμε στον Άη Λια της Λιπινίτσας, όταν άρχισα να κλαίω, γιατί τα πόδια μου είχαν ξυλιάσει και με «τσιοκανούσαν».

            Με καλοπήρε ο πατέρας μου, με καλοπήρε και ο Γιαννακούλης, σταμάτησα για λίγο το κλάμα, αλλά μετά 500 μέτρα άρχισε ξανά να κλαίω, μ’ άγρεψε λίγο ο πατέρας:

– Τί άντρας είσαι συ, καρτερώ ιγώ να φλιάξεις τα πρόβατα!

            Κάλμαρα πάλι για λίγο, αλλά, μόλις φτάσαμε στον Άη Λια δε με κρατούσε τίποτα. Είχα ξεπαγιάσει. Λέει ο πατέρας μου:

– Συμπέθερε, πάρε το παιδί αγκαλιά στη Μπάρτσα και φεύγα για το χωριό. Κρατήστε το εκεί με τη Ρήνα κι εγώ θα ‘ρθω σιγά σιγά με τις φοράδες, όποτε φθάσω…

            Με δίνει στην αγκαλιά του Γιαννακούλη, στη θεόρατη Μπάρτσα, με συμμάζεψε αυτός σφιχτά στην αγκαλιά του και φύγαμε, ενώ ο πατέρας μου έλεγε, καθώς γύρισα και τον κοίταξα:

– Φεύγα, βάρι το μπλάρ’ όσο γίνεται αγλήγορα, θα μι πεθάν’ το παιδί!

            Το χιόνι ήδη είχε φθάσει τους 25-30 πόντους κι έριχνε «χαρτοπετσέτες», που έλεγε ο συγχωρεμένος ο Ανδρέας ο Τζιόλας.

            Ζεστάθηκα μες την αγκαλιά του Γιαννακούλη, αλλά τα πόδια μου δεν τα ένιωθα, είχα ξεπαγιάσει. Άρχισε η Μπάρτσα να φεύγει πιο γρήγορα μες την ποταμιά. Φθάσαμε στο Μύλο του Μουχαμέτ, στο Μύλο του Τσιόλια, στο Μύλο τ’ Καλαμά κι αρχίσαμε ν’ ανεβαίνουμε για το χωριό. Περάσαμε τα Νταρλάτικα, τ’ Αμπέλια, αριστερά από την Προβάτα «Κατσαρού» (δεν ήταν τότε) και φάνηκαν τα πρώτα σπίτια.

– Φθάσαμε, μου λέει ο Γιαννακούλης, θα ζεσταθείς, τέρμα τα βάσανα.

            Το χιόνι εντωμεταξύ κόντευε το ένα μέτρο, ευτυχώς η Μπάρτσα δεν καταλάβαινε τίποτα. Δεν πήγαμε από την εκκλησία, δεν υπήρχαν φράχτες, όλα ίσιωμα και τραβήξαμε ίσα στο σπίτι το Κεχαγιάτικο στην άκρη του χωριού (σήμερα κάθεται ο μπάρμπα- Βασίλης ο Τζιόλας), ενώ είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει.

            Μόλις φτάσαμε, φώναξε ο Γιαννακούλης:

– Ε! Νοικοκυραίοι!

            Πετάχτηκαν έξω αμέσως. Η θεία Μαρία έβγαλε μια φωνή:

– Ιιιι ο Γιαννακούλτς! Ε και μια δεύτερη όταν είδε εμένα, Ιιιι έχει κι ένα κούτσκο. Ποιο είναι αυτό; Ο Γιώργης τσ’ Θούλης!

            Τώρα ήταν η σειρά της θείας μου να φωνάξει:

– Ιιιι…. Πού πάέντε ρε παιδιά μ’ με τέτοιον καιρό; Θα χαθείτε, είπε ο μπαρμπα- Γιώργος.

– Πάρτε το παιδί μέσα γρήγορα, κρύωσε!

            Μ’ άρπαξε η θεία Ρήνα αγκαλιά και όλοι μαζί με πήγαν στο τζάκι, που ήταν στο δωμάτιο προς το Νότο, έβλεπε τη Βαρύ. Δεν πρόλαβαν να με χαρούν κι άρχισε το δράμα…

            Μόλις τα πόδια μου, ειδικά οι πατούσες, ζεστάθηκαν, το μέχρι τότε «τσιοκάνισμα» ήταν παιχνιδάκι. Ακόμα και τώρα, δεν βρίσκω τις λέξεις για να περιγράψω το μαρτύριο. Πόνος απερίγραπτος, αβάσταχτος, σα να πατούσα σε καρφιά, σαν να με τρυπούσαν βελόνες, τσίριζα, έκλαιγα, ούρλιαζα, κυλιόμουν κάτω, στριφογύριζα και στο τέλος, πηδούσα μέχρι το νταβάνι, ενώ δεν μπορούσαν καν να με κρατήσουν στα χέρια τους με τίποτα. Δεν ένιωθα τα πόδια μου, σα να ήταν ξένα. Νόμιζα ότι είχαν πέσει από τα γόνατα και κάτω. Λένε για τα βασανιστήρια των Ναζί ή κάποιων βασανιστών, αυτό φαίνεται δεν το είχε επινοήσει κανένας.

            Η θεία μου Ρήνα έκλαιγε ακατάπαυστα και τραβούσε τα μαλλιά της, η θεία Μαρία μονολογούσε:

– Τί κακό μας βρήκε, τι τζλιάπ θα δώσουμε στα συμπεθέρια, θα μας πεθάν’ το καημένο!

            Ο Γιαννακούλης προσπαθούσε να με καλμάρει, με καλόπιανε λίγο, με έτριψε με τσίπουρο τα πόδια, αλλά εγώ έκανα άλματα χωρίς φόρα μέχρι το ταβάνι, σαν ψύλλος.

            Σε μια στιγμή, λέει ο μπάρμπα- Γιώργος:

– Σν’ κοπρά στο κατώι!

            Μ’ αρπάζει ο Γιαννακούλης, με κατεβάζει στο υπόγειο και βάζει τα πόδια μέσα στην κοπριά. Από πίσω η θεία Ρήνα με σκέπασε με μια βελεντζούλα, με πήρε αγκαλιά, με κρατούσε τα χέρια κι άρχισε να μου λέει παραμύθια κι ιστορίες, να ξεχασθώ. Δεν θυμάμαι πόσο έμεινα εκεί. Η θεία μου είπε αργότερα ότι αποκοιμήθηκα για λίγο και όταν ξύπνησα είπα:

– Θεία! Σα να τα καταλαβαίνω τα ποδάρια, δεν μ’ έπεσαν!

            Ακόμα και τώρα, όταν με παγώνουν τα πόδια μου, και με παγώνουν συχνά, ο νους γυρίζει σ’ εκείνη τη βραδιά, μόνο που τώρα ο κιαρατάς ο Ευρωπαίος έκατσε κι έφκιασε αυτά τα «ποδαροθερμαντικά» με ρεύμα και λύνω το πρόβλημα.

            Λέω στους φίλους μου ότι με παγώνουν τα πόδια και λένε:

– Εσένα από τα Γρεβενά κι από τα βουνά, σε παγώνουν τα πόδια;

            Πού να τους εξηγήσω όλους την εμπειρία μου…

            Τον Γιαννακούλη, κάθε φορά που τον έβλεπα, τον αποκαλούσα «Σωτήρα μου». Με τη θεία τα λέγαμε συχνά κι αυτή μου έλεγε τη λαχτάρα που έζησε, την αγωνία που πέρασε όλο το βράδυ, ώσπου να ξυπνήσω το πρωί να περπατήσω. Κι ας είχαμε ανέβει αργότερα το βράδυ στον οντά κι εγώ είχα συνέλθει (στο τζάκι δεν πλησίαζα) κι είχαμε κοιμηθεί μαζί στο ίδιο κρεβάτι. Θα τους θυμάμαι πάντα και τους δυο, όπως και τους παππούδες.

Ευτυχώς που δε με άφησε τίποτα αυτή η δοκιμασία, αφού τα «κρυοπαγήματα» και ότι άλλο χειρότερο ήταν συχνά εκείνα τα χρόνια.

Ο πατέρας μου έφθασε νύχτα, μετά από τρεις ώρες, οι φοράδες δεν μπορούσαν να σπάσουν το χιόνι, δυσκολεύτηκαν πολύ και πιο πολύ ο ίδιος, που βάδιζε από το πρωί και τη μισή μέρα μέσα στο χιόνι, και τί χιόνι!

Το πρωί που έμαθε την περιπέτειά μου, τραβούσε τα μαλλιά του και μονολογούσε και τα ‘βαζε με τον εαυτό του. Θυμάμαι πως ευχαριστούσε όλους πολλές φορές, μ’ αγκάλιασε με δάκρυα και κατηφόρισε την άλλη μέρα πάλι για τα Γρεβενά. Ευτυχώς, είχε σταματήσει να χιονίζει.

Δεν είχα συμπληρώσει τα 5 μου χρόνια και είχα γλυτώσει απ’ του Χάρου τα δόντια…

Σκληρά χρόνια… σκληρή ζωή… σκληρός τόπος, αλλά τόπος μας. Μας κράτησε, μας τράνεψε, γι’ αυτό τον αγαπάμε αθεράπευτα!

Γιώργος Τσιόλιας

10.04.2020

Radio Gropsta

Η Ύπαρξη

Στον ίσκιο ενός βουνού, στο φύλλο μιας οξιάς, στο κρύο νερό, στον καθαρό αέρα της Πίνδου, εκεί που ακόμα και η σιωπή…ψιθυρίζει, βρίσκεται η δικιά μας ευτυχία!

Η ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ

Για όλους αυτούς που πίστεψαν,
Για τους έρωτες που χάθηκαν,
Για τις αγάπες που άντεξαν,
Για όλους αυτούς που έφυγαν,
Για όσους συναντήσαμε,
Για τις φιλίες που γεννήθηκαν,
Για όλους όσους αντέξανε στο χρόνο,
Για όλους εμάς που συνεχίζουμε,
Για όλους που δεν ξέμειναν από λόγια..

Flag Counter

Πανόραμα Γρεβενών – Νέα Γενιά