Τα Πασχαλιάτικα τραγούδια του χωριού μας είναι λιτά και σεμνά, κυρίως λατρευτικά και κοινωνικά, σπάνια είναι χαρούμενα, μάλλον συνέχεια του λατρευτικού πνεύματος και του θρησκευτικού κλίματος της Μεγάλης Εβδομάδας και επιχειρούν να συνδέσουν τη ζωή με τους αγαπημένους που έφυγαν κυρίως πρόωρα ή άδικα από τη ζωή. Δεν γνωρίζουμε τη χρονική τους προέλευση, φαίνεται πάντως ότι δημιουργήθηκαν στα πικρά χρόνια της σκλαβιάς από τους Τούρκους, μια δύσκολη εποχή, που βάραινε πιο πολύ την καθημερινότητα, προπάντων τις ώρες που οι κάτοικοι της περιοχής μας έχαναν ένα αγαπημένο τους πρόσωπο. Γι’ αυτό και ο σκοπός τους είναι αργός, βαρύς, λυπητερός, «σκληρός» και τα βήματα του χορού αποδίδουν περισσότερο απλά και μετρημένα καημούς, βάσανα και πόνο και σπάνια υμνούν κατορθώματα ή αρετές. Χορεύονται από άντρες και γυναίκες με τις ευλογίες της εκκλησίας και υποδηλώνουν έτσι την καθολική συμμετοχή στα γεγονότα και στα δρώμενα, αν και πολλές φορές προκαλούν ερωτηματικά και ίσως είναι ανεξήγητα ποια αισθήματα και συναισθήματα αποσκοπούν να περιγράψουν. Μαζί όμως με τα ήθη, τα έθιμα και τις παραδόσεις και πολλά άλλα κράτησαν ζωντανό το ελληνικό πνεύμα και την ελληνική ψυχή στα δύσκολα χρόνια της σκλαβιάς, γι’ αυτό ας τα δεχτούμε όπως τα βρήκαμε.

 

[one_fourth]

Σήμερα,Δέσπω μ’ Πασχαλιά

Σήμερα Δέσπω μ’ Πασχαλιά
Αϊ κι αύριο Χριστός Ανέστη
(μα το Χριστός Ανέστη)
(μα τ’ αληθώς Ανέστη)
Βγήκαν οι νύφες στο χορό
κι όλα τα παλικάρια μα το Χριστός Ανέστη
και συ Δέσπω μ’ δεν φαίνεσαι
μες στον απάνω κόσμο
μα το Χριστός Ανέστη
να βγεις να σεργιανίσεις.
(μα τ’ αληθώς Ανέστη).
Δέσπω μου κλαίει το παιδί
κλαίει και δεν μερώνει.
Σαν κλαίει μάνα μ’ (η)μέρωσ’ το
σαν κλαίει (η)μέρωσέ το.
Πάρε μήλο απ’ τη μηλιά
και δώστο να μερώσει
κι αν δεν (η)μερώσει κι απ’ αυτά
σκάψε παράχωσέ το!

___________

 

Καλότυχοι που ναι οι Χριστιανοί

Καλότυχοι που ναι οι Χριστιανοί
Αϊ οι λαδοβαφτισμένοι (μα το Χριστός Ανέστη)
Αϊ με το ζακόν(ι) απ’ όχουν (μα τ΄ αληθώς Ανέστη)
Έχουν τρεις μέρες Πασχαλιά.
και τρεις Χριστός Ανέστη.
έχουν τ’ αυγά τα κόκκινα
και τις χρυσές λαμπάδες.

___________

 Γιοφύρι είχα στη θάλασσα

Γιοφύρι είχα στη θάλασσα
και σκάλα είχα στον Άδη
Ανέβαινα κατέβαινα το Χάρο ερωτούσα:
Δείξε(ς) με Χάρε δείξε με
πότε θε να πεθάνω.
Το δε σε δείχνω νιούτσικε
μαραίνεται η καρδιά σου.
Δείξε με εσύ κι ας μαραθώ
κι ας μαραθεί η καρδιά μου.
Αν έχεις ρούχα φόρεστα
φλουριά χαρτζιάνιψέ τα
κι αν έχεις άλογο καλό
περπάτα καβαλάρης.
Κι αν έχεις κόρη όμορφη
Περπάτα πανηγύρια
Τη(ν) Κυριακή απ’ όρχεται
Τότε θε να πεθάνεις.
(ή την άλλη παραπάνω).

 ___________

Ένα πουλί μας έρχεται από τον Κάτω Κόσμο.
Τρέχουν μανούλες το ρωτούν, τρέχουν και το ξετάζουν.
Το τι καλό πουλάκι μου από τον Κάτω Κόσμο.
Κι αϊ τι καλό γυρεύετε από τον Κάτω Κόσμο.
Εκεί χαρά δε γίννεται μηδέ και πανηγύρι.
Εκεί δυο- δυο δεν κάθονται να καλοκουβεντιάσουν.
Εκεί δυο- δυο δεν κάθονται να καλογιοματίσουν.
[/one_fourth]

 

[one_fourth]Από τα τρίκορφα βουνά αμάξι κατεβαίνει
αμάξι σιδεράμαξο ασήμι φορτωμένο.
Τρεις αλαφίνες (ελαφίνες) το τραβούν και δυο καλά μουλάρια.
Τραβάτε (ε)λάφια τράβaτε και σεις καλά μουλάρια
να πάμε να κονέψουμε στα πράσινα λιβάδια
να φάν(ε) οι μουλες μας τα(γ)ή τα λάφια το χορτάρι.

 ___________

Βγήκαν τα ίτσια από τη γη, βγήκαν και τα λουλούδια
Βγήκαν και δυο καλα δερφια από τον κάτω κόσμο.
Είχαν και μια πικραδερφή που τα παρακαλούσε.
Τραβάτε αδέρφια τράβατι και με στον πάνω κόσμο.
Δεν σε τραβάμε αδερφή να βγεις να συργιανίσεις.
Βροντούν (βαρούν) τα μπιλετζίκια σου και μας ακούει ο Χάρος.

 ___________

Ο Ό(ε)λυμπος κι ο Κίσαβος

Ο Ό(ε)λυμπος κι ο Κίσαβος τα δυο βουνά μαλώνουν
το ποιος θα ρίξει τη βροχή το ποιος θα ρίξ(ει) το χιόνι.
Γυρνάει ο γέρο- Όλυμπος και λέει του Κισσάβου:
Μη με μαλώνεις Κίσσαβε κονιαροπατημένε (βρε Τουρκοπατημένε)
που σε πατάει η Κονιαριά κι Λαρσινοί αγάδες.
Εγώ είμαι ο γέρο- Όλυμπος στον κόσμο ξακουσμένος.
Έχω σαρανταδυό κορφές κι εξήντα δυο βρυσούλες
κάθε κορφή και φλάμπουρο κάθε κλαδί και κλέφτης.

 ___________

Άκου το πουλί Μπιίνα μ’ πως (ό)μορφο λαλεί, πως μορφολαλεί
πως μορφολαλεί Μπιίνα μ’ πως μορφολαλεί για την Άνοιξη
για την Άνοιξη, το Φθινόπωρο, για μια καλογρ(ι)ά
σέρνει το χορό το κακγελίστο
Τούρκοι περάσαν Μπιίνα μ’ τον κασκάντιζαν,
όξο (έξω) απ’ το Χάρο Μπεήνα μ’ τον καγκιλιστό.

[/one_fourth]

[one_fourth]

Μια Μαρουδιά απ’ τα Γιάννενα

Μια Μαρουδιά, μωρή Ρωμιά μια Μαρουδιά απ’ τα Γιάννενα
Δευτέρα μέρα κίνησε να πάει γι’ ασημόχωμα.
Ασημόχωμα κι ασπρόχωμα, σκεπάρι δεν της έλαχε
κι με τα νύχια το βγαζε και στη ποδιά το μάζευε
και στην ποδιά το μάζευε και στη μηλιά το πήγαινε.
Πάρε μηλιά μ’ το χώμα σου και δωσ’ μι εδώ τα άνθη σου
να στολιστώ ν’ αρματωθώ να πάω κάτω στο χορό.

 ___________

Στους κάμπους ρίχνει τις βροχές και στα βουνά χαλάζι
(γειας Θοδώρα μ’ γειας, Θοδωρίτσα μου)
Και στη Θοδώρας την αυλή ρίχνει μαργαριτάρι.
Κι η μάνα της την έλεγε κι η μάνα της τη λέγει
Έβγα Θοδώρα μ’ στην αυλή να μάεις (μάσεις) μαργαριτάρι.

 ___________

Λεβέντης εροβόλησε

Λεβέντης εροβόλησε από μια ψηλή ραχούλα.
Σέρνει το φεσι του στραβά και τον τσιαμπά κλωσμένο
Σέρνει και το μαντήλι του το βαριοκεντημένο.
Και με το νου του έλεγε και με το νου του βάζει.
Εγώ κάναν δεν σκιάζομαι κανένα δεν φοβούμι.
Το λόγο δεν απόσωσε το λόγο δεν σκολνάει
το Χάροντα αντάμωσε στη μέση από τη στράτα.
Καλή μέρα σου Χάρε μου, καλώς τον το λεβέντη.
Λεβέντη πόθεν έρχεσαι και πόθεν κατεβαίνεις.
Εγώ απ’ τα πρόβατα έρχομαι στο σπίτι μου πηγαίνω.
Πάω να πάρω το ψωμί και πίσω να γυρίσω.
Λεβέντη μ’ έστειλε ο Θεός να πάρω την ψυχή σου.
Χωρίς ασθένεια (ανάγκη) κι αρρωστιά, ψυχή δεν παραδίνω.
Μον έλα να παλέψουμε στα μαρμαρένια αλώνια
κι αν με νικήσεις Χάρε μου να πάρεις την ψυχή μου
κι αν σε νικήσω Χάροντα θα πάρω το σπαθί σου.
Σαν πιάστηκαν στο πάλεμα απ’ το πρωί ως το βράδυ
κι εκεί στο γύρισμα του Ηλιού που τρέμ΄(ει) να βασιλέψει
ακούν το νιο για να βογγά(ει) να βαριαναστενάζει.
Άσε με Χάρε μ’ άσε με ακόμα για να ζήσω.
Έχω γυναίκα παρανιά και χήρα δεν της πρέπει.
Έχω παιδιά παραμικρά κι ορφάνια δεν τα πρέπει.
Έχω.

[/one_fourth]

[one_fourth_last]Άσπρο σταφύλι τραγανό

Άσπρο σταφύλι τραγανό κι από την Τρίτη κομμένο.
Και την Τετάρτη το πρωί άιντε κόρη μ’ να πάμε.
Να πάω να βρω τη μοίρα μου να την κατηγορήσω.
Μοίρα μου γιατί μ’ έγραψες για να κακοπεράσω.
Κόρη μου όντας σ’ έγραψα και σένα με τον κόσμο
ήταν η μέρα βροχερή κι η νύχτα χιονισμένη
και σκόνταψα κι έπεσα και χύθ(η)κε το μελάνι
και θύμωσα και σ’ έγραψα για να κακοπεράσεις.

 ___________

Κάτω στον Άγιο Θόδωρο στον Άγιο Κωνσταντίνο.
Πανηγυρίτσι γέννουνταν χαρά και πανηγύρι
Το πανηγύρι ήταν τρανό κι ο τόπος ήταν λίγος.
Σαράντα κύκλους ο χορός κι εξήντα δυο καγκέλια.
Το πίν(ει) ο Δράκος το νερό και αποδιψάει ο κόσμος.

 ___________

Ακούτε σεις βρε Χριστιανοί βρε λαδοβαφτισμένοι
Τούτο κακό που έγινε σ’ αυτόν τον παπα- Γιώργη.
Η παπαδιά του πέθανε κι άλλη γυρευ(ει) να πάρει.
Παίρνει πετάζ(ει) τα χαρτιά πετάζει τα Βαγέλια.
Σύρτε χαρτιά μου στο Θεό, βαγγέλια στα συνάρια
κι εγώ θα πάω να παντρευτώ, την Ξάνθου θε να πάρω.

 ___________

 Μηλίτσα που ‘σαι στο γκρεμό

http://youtu.be/JqlwkVMlLqg

[/one_fourth_last]

LEAVE A COMMENT

Η ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ

Για όλους αυτούς που πίστεψαν,
Για τους έρωτες που χάθηκαν,
Για τις αγάπες που άντεξαν,
Για όλους αυτούς που έφυγαν,
Για όλους όσους αντέξανε στο χρόνο,
Για τις φιλίες που γεννήθηκαν,
Για όλους εμάς που συνεχίζουμε,
Για όσους συναντήσαμε,
Για όλους που δεν ξέμειναν από λόγια..

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ