“Αρθρογραφία”

Έρημα χωριά

March 13, 2019
1992…
Το φεγγάρι μεσιάζει στον ουρανό, βράδυ δροσερό με ελαφρύ τον αέρα ανάμεσα στα πεύκα, τις οξιές και της βελανιδιές της Πίνδου. Στο σύνορο της Δυτικής Μακεδονίας με την Ήπειρο, που δύσκολα τις ξεχωρίζεις, φέγγουν οι φλογίτσες πάνω απ τα χωριά. Νύχτα καλοκαιρινή, τέλη Ιουλίου αρχές Αυγούστου, που δύσκολα τις ξεχωρίζεις κι αυτές! Νύχτα… ξαστεριά, κάπου στις αρχές της δεκαετίας του 90.
Μια κιθάρα κουρδίζει, μια φωτιά ανάβει, μια παρέα συστήνεται, κουβεντιάζει, γελά, αναρρωτιέται, προβληματίζεται, αστειεύεται, ερωτεύεται, συνθέτει… σκέψεις, ιδέες, εμπειρίες, προσθέτει… αυτά και αυτούς που λείπουν, απλώνοντας το χέρι, δίνοντας υπόσχεση, τραγουδά για να πάρει ο καθένας και η καθεμιά τις μελωδίες συντροφιά μέχρι την άλλη φορά που θα βρεθούν, για να αφήσουν και καμιά νότα πάνω στις νοτισμένες φτέρες του Φθινοπώρου και στα παγωμένα κλαδιά της Γκρόπστας του Χειμώνα.
Στην άκρη του χωριού είναι η Γκρόπστα, πίσω απ’ την Εκκλησία, πίσω απ’ τα νεκροταφεία, τύμβος στο σχήμα, τάφος ίσως κάποιου μεγάλου μυστικού, κάποιου παλιού βασιλιά, ποιος ξέρει; Αν σκάψει ο ιστορικός του μέλλοντος, μπορεί να φέρει στο φως καμιά ιστορία δικιά μας, από εκείνες τις παλιές, τις εφηβικές. Μπορεί να βρεί κανένα ξύλο με σημάδι αρχικά ονομάτων σκαλισμένα πάνω, σαν εκείνα που αφήναμε ως ένδειξη φιλίας ή έρωτα:
“friends… love for ever”, με την ελπίδα να πιάσει η ευχή. Δεν ξέραμε ακόμα, βλέπεις, πως η σχέση είναι τριβή, είναι παρουσία, είναι ρωγμή στον χρόνο ή μάλλον…. ξέραμε, γι’ αυτό και ευχόμασταν, να περάσουν τα χρόνια και να αποδείξουμε πως αυτή η σχέση που αναπτύσαμε θα μείνει χαραγμένη κι αυτή.

…2019 
Δυο, τρία παγούρια γεμίζουν απ’ την βρύση στην πάνω πλατεία του χωριού.
“Καναδυό ακόμα θα γεμίσω στην Βαρή, πριν φύγω…”, σκέφτομαι και γυρνάω προς το αμάξι. Πλησιάζει μια γνώριμη μορφή, ψηλός, τα χέρια πίσω, βαδίζει αργά αλλά σταθερά.
“Φέγς;”
“Φεύγω, θείο Χαριλάκη.”
“Ερήμωσαν τα χωριά…”
“Μην σκανιάζεις! Σάμπως οι πόλεις, που είναι γεμάτες κόσμο, δεν είναι έρημες; Καλή αντάμωση…”
Κάποτε έκανες 5, 6, μπορεί και παραπάνω ώρες να φτάσεις στο χωριό απ’ τη Θεσσαλονίκη. Δυο ώρες δρόμος σήμερα.
Κάποτε το χωριό είχε ξενιτεμένους και σπίτια μισογκρεμισμένα. Γύρισαν, πλέον, πολλοί και ξανάχτισαν και κάθονται κάμποσο καιρό πάνω.
Κάποτε είχε φτώχεια πολλή και πόλεμο και φαγωμάρα και μίσος και αρρώστια και θάνατο.
“Ερήμωσαν τα χωριά…”, ξανάκουσα την φωνή ενώ οδηγούσα και πλησίαζα την πόλη των άγριων (σίγουρα πιο αιμοβόρων από αυτών του βουνού) θηρίων. Πολλοί είναι αυτοί που άφησαν την επαρχία και τα χωριά και γύρεψαν της πόλης τις ευκολίες, αλήθεια είναι αυτό.
Ακόμα περισσότεροι παγιδεύτηκαν στους ήχους της Σειρήνας και δείχνουν να ξεχνούν την “Ιθάκη” τους… όχι όλοι.
Χαμογέλασα! Θυμήθηκα την “υπόσχεση” που δώσαμε, τα βήματα που κάναμε, τις μουσικές της παρέας που έγιναν ήχοι κοινότητας, ευκαιρία να βρισκόμαστε. Τον κρατήσαμε τον λόγο μας!
Άνοιξα το ραδιόφωνο:
” Τώρα νοσταλγώ
   τα φιλιά που δεν μετρήσαμε
   τα τραγούδια π’ αγαπήσαμε
   και τα παίρνω μακριά… σαν τα έρημα χωριά“!
ΥΓ: Οι παραπάνω στίχοι είναι γραμμένοι στο εξώφυλλο του φετινού ημερολόγιού μας…
Κάπου στο κέντρο της… Θεσσαλονίκης, 13 Μαρτίου 2019
                                 Πανοραμίξ…
TAGS
RELATED POSTS
Η ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ

Για όλους αυτούς που πίστεψαν,
Για τους έρωτες που χάθηκαν,
Για τις αγάπες που άντεξαν,
Για όλους αυτούς που έφυγαν,
Για όλους όσους αντέξανε στο χρόνο,
Για τις φιλίες που γεννήθηκαν,
Για όλους εμάς που συνεχίζουμε,
Για όσους συναντήσαμε,
Για όλους που δεν ξέμειναν από λόγια..
 

Αμανίτες Live 17-8-2019